Πνευματικό χαλάρωμα.

  • 62 replies
  • 15960 views
*

Αποσυνδεδεμένος silver-

  • ****
  • 61
  • +0/-0
    • Προφίλ
Re: Πνευματικό χαλάρωμα.
« Απάντηση #15 στις: Φεβρουάριος 19, 2009, 04:43:29 πμ »
=======================================================================================
Στρατηγός Μακρυγιάννης :

Εκεί που ΄φκιανα τις θέσεις στους Μύλους, ήρθε ο Ντερνύς να με ιδεί.
Μου λέγει:
Τι κάνεις αυτού; Αυτές οι θέσεις είναι αδύνατες• τι πόλεμο θα κάνετε με τον Μπραΐμη αυτού;
Του λέγω:
Είναι αδύνατες οι θέσεις κι εμείς. Όμως είναι δυνατός ο Θεός που μας προστατεύει, και θα δείξουμε την τύχη μας σ΄ αυτές τις θέσεις τις αδύνατες. Κι αν είμαστε ολίγοι στο πλήθος του Μπραΐμη, παρηγοριόμαστε μ΄ έναν τρόπο· ότι η τύχη, μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθε και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά. Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν. Και όταν κάνουν αυτήνη την απόφαση, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν. Η θέση όπου είμαστε σήμερα εδώ είναι τοιούτη. Και θα ιδούμε την τύχη μας οι αδύνατοι με τους δυνατούς.
(Στη μάχη των Μύλων ο Ιμπραήμ πασάς έπαθε πανωλεθρία....).

=======================================================================================
« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 01, 1970, 02:00:00 πμ από Guest »


*

Αποσυνδεδεμένος silver-

  • ****
  • 61
  • +0/-0
    • Προφίλ
Re: Πνευματικό χαλάρωμα.
« Απάντηση #16 στις: Φεβρουάριος 21, 2009, 05:33:50 πμ »
=======================================================================================
Το Βλογημένο Μαντρί



Κάθε χρόνο ο Άγιος Βασίλης τις παραμονές της Πρωτοχρονιάς γυρίζει από χώρα σε χώρα κι από χωριό σε χωριό, και χτυπά τις πόρτες για να δει ποιος θα τον δεχτεί με καθαρή καρδιά. Μια χρονιά λοιπόν, πήρε το ραβδί του και τράβηξε. Ήτανε σαν καλόγερος ασκητής, ντυμένος με κάτι μπαλωμένα παλιόρασα, με χοντροπάπουτσα στα ποδάρια του και μ’ ένα ταγάρι περασμένο στον ώμο του. Γι αυτό τον παίρνανε για διακονιάρη και δεν τ’ ανοίγανε την πόρτα. Ο Άγιος Βασίλης έφευγε λυπημένος, γιατί έβλεπε την απονιά των ανθρώπων και συλλογιζότανε τους φτωχούς που διακονεύουνε, επειδής έχουνε ανάγκη, μ’ όλο που αυτός ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από κανέναν, κι ούτε πεινούσε, ούτε κρύωνε.

Αφού βολόδειρε(1) από δω κι από κει, κι αφού πέρασε από χώρες πολλές κι από χιλιάδες χωριά και πολιτείες, έφταξε στα ελληνικά τα μέρη, πού ’ναι φτωχός κόσμος. Απ’ όλα τα χωριά πρόκρινε τα πιο φτωχά, και τράβηξε κατά κει, ανάμεσα στα ξερά βουνά που βρισκόντανε κάτι καλύβια, πεινασμένη λεμπεσουριά(2).

Περπατούσε νύχτα κι ο χιονιάς βογκούσε, η πλάση ήτανε πολύ άγρια. Ψυχή ζωντανή δεν ακουγότανε, εξόν από κανένα τσακάλι που γάβγιζε.

Αφού περπάτηξε κάμποσο, βρέθηκε σ’ ένα απάγκιο που έκοβε ο αγέρας από ’να μικρό βουνό, κι είδε ένα μαντρί κολλημένο στα βράχια. Άνοιξε την αυλόπορτα που ήτανε κανωμένη από άγρια ρουπάκια(3) και μπήκε στη μάντρα. Τα σκυλιά ξυπνήσανε και πιάσανε και γαβγίζανε. Πέσανε απάνω του να τον σκίσουνε˙ μα, σαν πήγανε κοντά του, σκύψανε τα κεφάλια τους και σερνόντανε στα ποδάρια του, γλείφανε τα χοντροπάπουτσά του, γρούζανε φοβισμένα και κουνούσανε παρακαλεστικά τις ουρές τους.

Ο Άγιος σίμωσε στο καλύβι του τσομπάνου και χτύπησε την πόρτα με το ραβδί του και φώναξε:

«Ελεήστε με, χριστιανοί, για τις ψυχές των αποθαμένων σας! Κι ο Χριστός μας διακόνεψε σαν ήρθε σε τούτον τον κόσμο!».

Η πόρτα άνοιξε και βγήκε ένας τσομπάνης, παλικάρι ως εικοσιπέντε χρονώ, με μαύρα γένια˙ και δίχως να δει καλά καλά ποιος χτυπούσε την πόρτα, είπε στο γέροντα:

«Πέρασε μέσα στ’ αρχοντικό μας να ζεσταθείς! Καλή μέρα και καλή χρονιά!».

Αυτός ο τσομπάνης ήτανε ο Γιάννης ο Μπάικας, που τον λέγανε Γιάννη Βλογημένον, άνθρωπος αθώος σαν τα πρόβατα που βόσκαγε, αγράμματος ολότελα.

Μέσα στην καλύβα έφεγγε με λιγοστό φως ένα λυχνάρι. Ο Γιάννης, σαν είδε στο φως πως ο μουσαφίρης ήτανε γέροντας καλόγερος, πήρε το χέρι του και τ’ ανασπάστηκε και τό ’βαλε απάνω στο κεφάλι του. Ύστερα φώναξε και τη γυναίκα του, ως είκοσι χρονώ κοπελούδα, που κουνούσε το μωρό τους μέσα στην κούνια. Κι εκείνη πήγε ταπεινά και φίλησε το χέρι του γέροντα, κι είπε:

«Κόπιασε, παππού, να ξεκουραστείς».

Ο Άγιος Βασίλης στάθηκε στην πόρτα και βλόγησε το καλύβι κι είπε:

«Βλογημένοι νά ’σαστε, τέκνα μου, κι όλο το σπιτικό σας! Τα πρόβατά σας να πληθαίνουν ως του Ιώβ μετά την πληγήν και ως του Αβραάμ και ως του Λάβαν! Η ειρήνη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού να είναι μαζί σας!».

Ο Γιάννης έβαλε ξύλα στο τζάκι και ξελόχισε(4) η φωτιά. Ο Άγιος απίθωσε σε μια γωνιά το ταγάρι του, ύστερα έβγαλε το μπαλωμένο το ράσο του κι απόμεινε με το ζωστικό του. Τον βάλανε κι έκατσε κοντά στη φωτιά, κι η γυναίκα τού ’βαλε και μια μαξιλάρα ν’ ακουμπήσει.

Ο Άγιος Βασίλης γύρισε κι είδε γύρω του και ξανάπε μέσα στο στόμα του:

«Βλογημένο νά ’ναι τούτο το καλύβι!».

Ο Γιάννης μπαινόβγαινε, για να φέρει τό ’να και τ’ άλλο. Η γυναίκα του μαγείρευε. Ο Γιάννης ξανάριξε ξύλα στη φωτιά.

Μονομιάς φεγγοβόλησε το καλύβι με μιαν αλλιώτικη λάμψη και εφάνηκε σαν παλάτι. Τα δοκάρια σαν νά ’τανε μαλαμοκαπνισμένα, κι οι πυτιές(5) που ήτανε κρεμασμένες σαν να γινήκανε χρυσά καντήλια, και τα τυροβόλια κι οι καρδάρες και τ’ άλλα τα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης, λες κι ήτανε διαμαντοκολλημένα. Και τα ξύλα που καιγόντανε στη φωτιά ευωδιάζανε σαν μοσκολίβανο και δεν τρίζανε, όπως τρίζανε τα ξύλα της φωτιάς, παρά ψέλνανε σαν τους αγγέλους πού ’ναι στον Παράδεισο.

Ο Γιάννης ήτανε καλός άνθρωπος, όπως τον έφτιαξε ο Θεός.

Φτωχός ήτανε, είχε λιγοστά πρόβατα, μα πλούσια καρδιά : «Τη πτωχεία τα πλούσια!». Ήτανε αυτός καλός, μα είχε και καλή γυναίκα. Κι όποιος τύχαινε να χτυπήσει την πόρτα τους, έτρωγε κι έπινε και κοιμότανε. Κι αν ήτανε και πικραμένος, έβρισκε παρηγοριά. Γι αυτό κι ο Άγιος Βασίλης κόνεψε στο καλύβι τους, ξημερώνοντας Πρωτοχρονιά, παραμονή της χάρης του, κι έδωσε την ευλογία του.

Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της οικουμένης, αρχόντοι, δεσποτάδες κι επίσημοι ανθρώποι, πλην εκείνος δεν πήγε σε κανέναν τέτοιον άνθρωπο, παρά πήγε στο μαντρί του Γιάννη του Βλογημένου.

Σαν βολέψανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάννης και λέγει στο γέροντα:

«Γέροντα, μεγάλη χαρά έχω απόψε που ήρθες, ν’ ακούσουμε κι εμείς κανένα γράμμα, γιατί δεν έχουμε εκκλησία κοντά μας, μήτε καν ρημοκλήσι. Εγώ αγαπώ πολύ τα γράμματα της θρησκείας μας, κι ας μην τα καταλαβαίνω, γιατί είμαι ξύλο απελέκητο. Μια φορά μας ήρθε ένας γέροντας Αγιονορίτης και μας άφησε τούτη την αγιωτική φυλλάδα, κι αν λάχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος καμιά φορά, τον βάζω και τη διαβάζει. Εγώ όλα όλα τα γράμματα που ξέρω είναι τρία λόγια που τά ’λεγε ένας γραμματιζούμενος, που έβγαζε λόγο στο χωριό, δυό ώρες από δω, κι από τις πολλές φορές που τά ’λεγε, τυπωθήκανε στη θύμησή μου. Αυτός ο γραμματικός έλεγε και ξανάλεγε : “Σκώνιτι ου μήτηρ του κι τουν ανισπάζιτι κι του λέγ’ : Τέκνου μου! Τέκνου μου!”. Αυτά τα γράμματα ξέρω…».

Ήτανε μεσάνυχτα. Ο αγέρας βογγούσε. Ο Άγιος Βασίλης σηκώθηκε απάνου και στάθηκε γυρισμένος κατά την ανατολή κι έκανε το σταυρό του τρεις φορές. Ύστερα έσκυψε και πήρε από το ταγάρι του μια φυλλάδα κι είπε:

«Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αει και εις τους αιώνας των αιώνων!».

Ο Γιάννης πήγε και στάθηκε από πίσω του και σταύρωσε τα χέρια του. Η γυναίκα του βύζαξε το μωρό και πήγε κι εκείνη και στάθηκε κοντά στον άντρα της.

Κι ο γέροντας είπε το «Θεός Κύριος» και τ’ απολυτίκιο της Περιτομής «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες», χωρίς να πει και το δικό του τ’ απολυτίκιο, που λέγει : «Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου». Έψελνε γλυκά και ταπεινά, κι ο Γιάννης κι η Γιάνναινα τον ακούγανε με κατάνυξη και κάνανε το σταυρό τους. Κι είπε ο Άγιος Βασίλης τον όρθρο και τον κανόνα της εορτής «Δεύτε λαοί, άσωμεν», χωρίς να πει το δικό του κανόνα «Σου την φωνήν έδει παρείναι, Βασίλειε». Κι ύστερα είπε όλη τη λειτουργία κι έκανε απόλυση.

Καθίσανε στο τραπέζι και φάγανε, ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας, ο Γιάννης ο Βλογημένος, η γυναίκα του κι ο μπάρμπα - Μάρκος ο Βουβός, που τον είχε συμμαζέψει ο Γιάννης και τον βοηθούσε.

Και, σαν αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στο σοφρά. Κι ο Άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα κι είπε:

«Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος!».

Κι έκοψε το πρώτο το κομμάτι κι είπε: «του Χριστού», έκοψε το δεύτερο κι είπε: «της Παναγίας», κι ύστερα έκοψε το τρίτο και δεν είπε: «του Αγίου Βασιλείου», αλλά είπε: «του νοικοκύρη του Γιάννη του Βλογημένου!».

Πετάγεται ο Γιάννης και του λέγει:

«Γέροντα, ξέχασες τον Αι-Βασίλη!».

Του λέγει ο Άγιος:

«Αλήθεια, τον ξέχασα!».

Κι έκοψε ένα κομμάτι κι είπε:

«Του δούλου του Θεού Βασιλείου!».

Ύστερα έκοψε πολλά κομμάτια, και σε κάθε ένα που έκοβε έλεγε: «της νοικοκυράς», «του μωρού», «του δούλου του Θεού Μάρκου του μογιλάλου(6)», «του σπιτιού», «των ζωντανών», «των φτωχών».

Λέγει πάλι ο Γιάννης στον Άγιο:

«Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου;».

Του λέγει ο Άγιος:

«Έκοψα, ευλογημένε!».

Μα ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα, ο καλότυχος!

Έστρωσε η γυναίκα, για να κοιμηθούνε. Σηκωθήκανε να κάνουνε την προσευχή τους. Ο Άγιος Βασίλης άνοιξε τις απαλάμες του κι είπε την δική του την ευχή, που τη λέγει ο παπάς στη λειτουργία:

«Κύριος ο Θεός μου, οίδα ότι ουκ ειμι άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην εισέλθης του οίκου της ψυχής μου…».

Σαν τελείωσε την ευχή κι ετοιμαζόντανε να πλαγιάσουνε, του λέγει ο Γιάννης :

«Εσύ, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, πες μας σε ποιά παλάτια άραγες πήγε απόψε ο Αι-Βασίλης; Οι αρχόντοι κι οι βασιλιάδες τί αμαρτίες μπορεί νά ’χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστεν αμαρτωλοί και κακορίζικοι, επειδής η φτώχεια, μας κάνει να κολαζόμαστε!».

Ο Άγιος Βασίλης δάκρυσε. Σηκώθηκε πάλι απάνω, άπλωσε τις απαλάμες του και ξαναείπε την ευχή αλλιώτικα:

«Κύριε ο Θεός μου, οίδας ότι ο δούλος Ιωάννης ο απλούς εστιν άξιος και ικανός, ίνα υπό την στέγην αυτού εισέλθης, ότι νήπιος υπάρχει, και των τοιούτων εστίν η βασιλεία των ουρανών…».

Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο καλότυχος, ο Γιάννης ο Βλογημένος.

=======================================================================================
« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 01, 1970, 02:00:00 πμ από Guest »

*

Αποσυνδεδεμένος silver-

  • ****
  • 61
  • +0/-0
    • Προφίλ
Re: Πνευματικό χαλάρωμα.
« Απάντηση #17 στις: Φεβρουάριος 22, 2009, 03:54:14 πμ »
=======================================================================================
Τα Πτερόεντα δώρα

Α. Παπαδιαμάντης


Ξένος του κόσμου και της σαρκός κατήλθε την παραμονή από τα ύψη συστείλας τας πτέρυγας, όπως τας κρύπτει θείος άγγελος. Έφερε δώρα από τα άνω βασίλεια, δια να φιλεύση τους κατοίκους της πρωτευούσης. Ήταν ο καλός άγγελος της πόλεως.
Εκράτει εις την χείρα εν άστρον και επί του στέρνου του έπαλλε ζωή και δύναμις
και από το στόμα του εξήρχετο πνοή θείας γαλήνης. Τα τρία ταύτα δώρα ήθελε να μεταδώση εις όλους όσοι προθύμως τα δέχονται.

Εισήλθεν εν πρώτοις εις εν αρχοντικόν μέγαρον. Είδεν εκεί το ψεύδος και δύναμις και την σεμνοτυφίαν, την ανίαν και το ανωφελές της ζωής, ζωγραφισμένα εις τα πρόσωπα του ανδρός και της γυναικός και ήκουε τα δύο τέκνα να ψελλίζωσι λέξεις εις άγνωστον γλώσσαν. Ο άγγελος επήρε τα τρία ουράνια δώρα του και έφυγε τρέχων εκείθεν.

Επήγεν εις την καλύβαν πτωχού ανθρώπου. Ο ανήρ έλειπεν όλην την ημέραν εις την ταβέρναν. Η γυνή επροσπάθει ν' αποκοιμήση με ολίγον ξηρόν άρτον τα πέντε τέκνα, βλασφημούσα άμα την ώραν που είχεν υπανδρευθή. Τα μεσάνυχτα επέστρεψεν ο σύζυγος της, αυτή τον ύβρισε νευρική, με φωνήν οξείαν, εκείνος την έδειρε με την ράυδον την οζώδη και μετ' ολίγον οι δύο επλάγιασαν, χωρίς να κάμουν την προσευχήν των και ήρχισαν να ροχαλίζουν με βαρείς τόνους. Έφυγεν εκείθεν ο άγγελος.

Ανέβη εις μέγα κτήριον, πλουσίως φωτισμένον. Ήσαν εκεί πολλά δωμάτια με τραπέζας, κι' επάνω των έκυπτον άνθρωποι, μετρούντες αδιακόπως χρήματα, παίζοντες με χαρτιά. Ωχροί και δυστυχείς, όλη η ψυχή των ήτο συγκεντρωμένη εις την ασχολίαν ταύτην. Ο άγγελος εκάλυψε το πρόσωπον με τας πτέρυγάς του, δια να μην βλέπη, κι' έφυγε δρομαίος.

Εις τον δρόμον συνάντησε πολλούς ανθρώπους, άλλους εξερχόμενους από τα καπηλεία, οινοβαρείς και άλλους κατερχόμενους από τα χαρτοπαίγνια, μεθύοντες χειροτέραν μέθυν. Τίνας είδε ν' ασχημονούν και τίνας ήκουσε να βλασφημούν τον Άην - Βασίλην, ως πταίστην . Ο Άγγελος εκάλυψε με τας πτέρυγας του τα ώτα, δια να μην ακούη, και αντιπαρήλθεν.

Υπέφωσκεν ήδη η πρωία της πρωτοχρονιάς και ο Άγγελος, δια να παρηγορηθή, εισήλθεν εις την εκκλησίαν. Αμέσως πλησίον εις τας θύρας είδεν ανθρώπους, να μετρούν νομίσματα, μόνον πως δεν είχαν παιγνιόχαρτα εις τας χείρας και εις το βάθος αντίκρυσεν ένα άνθρωπον χρυσοστόλιστον και μιτροφορούντα ως Μήδον σατραπην της εποχής του Δαρείου, ποιούντα διάφορους ακκισμούς και επιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιά και αριστερά, άλλοι μερικοί έψαλλον με πεπλασμένας φωνάς: Τον Δεσπότην και αρχιερέα!

Ο Άγγελος δεν εύρε παρηγορίαν. Επήρε τα πτερόεντα δώρα του το άστρον το προωρισμένον να λάμπη εις τας συνειδήσεις, την αύραν, την κάνην να δροσίζη τας ψυχάς, και την ζωήν, την πλασμένην δια πάλλη εις τας καρδίας, ετάνυσε τας πτέρυγας και επανήλθεν εις τας ουρανίας αψίδας

=======================================================================================
« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 01, 1970, 02:00:00 πμ από Guest »

*

Αποσυνδεδεμένος silver-

  • ****
  • 61
  • +0/-0
    • Προφίλ
Re: Πνευματικό χαλάρωμα.
« Απάντηση #18 στις: Φεβρουάριος 23, 2009, 04:17:38 πμ »
=======================================================================================
Επιστολή 7η.

Κάθε κόπος και μόχθος και πειρασμός, ευλογημένον μου παιδί, δεν ημπορεί να συγκριθή με την μακαρίαν εκείνην ζωήν. Και μυρίας ζωάς αν είχαμε και όλας εάν τας εθυσιάζαμεν, δεν θα εκάναμε τίποτε το σπουδαίον, εν σχέσει προς την μέλλουσαν δόξαν, εις την οποίαν ο Δεσπότης Χριστός δια του τιμίου και ζωοποιού Αίματος Αυτού επιποθεί να αποκαταστήση ημάς! Δια τούτο ο ουρανοβάμων Απόστολος Παύλος λέγει: «Ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού, προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς» ( Ρωμ. 8,18 ). Συλλογίσου ακόμη ότι ο άνθρωπος «ως άνθος μαραίνεται και ως όναρ παρέρχεται», πάλιν δε, «ηχούσης της σάλπιγγος, οι νεκροί ως εν συσεισμώ πάντες αναστήσονται» προς υπάντησιν του Χριστού. Όταν ανοιχθή η θύρα του μέλλοντος αιώνος και όταν καταστραφή ο παρών κόσμος, τότε θα γίνη αποκατάστασις της ημετέρας φύσεως εις την πρώτην κατάστασιν. «Ο Κύριος μετασχηματίσει το σώμα της ταπεινώσεως ημών εις το γενέσθαι αυτό σύμμορφον τω σώματι της δόξης Αυτού» (Φιλιπ. 3,21 ). Διότι η φύσις η οποία συστενάζει και συνωδίνει, με σφοδράν επιθυμίαν αναμένει την ένδοξον φανέρωσιν των παιδιών του Θεού «Η γαρ αποκαραδοκία της κτίσεως, την αποκάλυψιν των υιών του Θεού απεκδέχεται» (Ρωμ. 8,19 ).
Ασύγκριτον το μεγαλείον του ανθρώπου, τον οποίον ο Θεός τον ανεβάζει εις τόσον ύψος και δόξαν! Και ημείς οι αμαρτωλοί και εμπαθείς αγνοούμεν και αδιαφορούμεν δια τον μεγάλον αυτόν πλούτον και έχομεν φρονήματα καθ’ ολοκληρίαν γήϊνα. Το σώμα αυτό, που είναι χώμα και δυσωδία, να καταξιωθή να γίνη σύμμορφον της δόξης του Θεού, να γίνη αγγελικόν! Τώρα οι άνθρωποι είναι υλικοί εν σχέσει προς τους αγγέλους, οι οποίοι είναι υπάρξεις καθαρά πνευματικαί. Οι άγγελοι εν σχέσει προς τον Θεόν  έχουν κάποιαν «ύλην». Δεν είναι καθαρά νοεραί υπάρξεις, όπως ο Θεός, που είναι φως απρόσιτον. Έτσι αγγελικοί θα γίνουν και οι άνθρωποι τότε, θα συντελεσθή τότε μία ενότης του πληρώματος της εκκλησίας των πιστών μετά του Χριστού. Πόσον τρυφερά και πατρικά το  λέγει ο Κύριός μας: «Πάτερ, λέγει προς τον Πατέρα Του, ους δέδωκάς μοι θέλω, ίνα όπου ειμί εγώ, κακείνοι ώσι μετ’ εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν ην δέδωκάς μοι» (Ιωαν. 17, 24 ).
Συγκρίνεται ο εγκόσμιος πλούτος με αυτά τα λόγια του Θεού; Να είμεθα ημείς εκεί, όπου είναι ο Κύριός μας! Εκεί που φρίττουν και δεν τολμούν οι άγγελοι να πλησιάσουν!
Ω Σοφία κεκρυμμένη και πλούτος Θεού άπειρος!

=======================================================================================
« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 01, 1970, 02:00:00 πμ από Guest »

*

Αποσυνδεδεμένος silver-

  • ****
  • 61
  • +0/-0
    • Προφίλ
Re: Πνευματικό χαλάρωμα.
« Απάντηση #19 στις: Φεβρουάριος 24, 2009, 03:07:45 πμ »
=======================================================================================

Κατέβηκε ο Θεός στη γη παίρνοντας την ανθρώπινη φύση. Αν βιώναμε το μυστήριο της Ενανθρωπίσεως πρόβλημα τρομοκρατίας δεν θα υπήρχε, η αγάπη θα βασίλευε. Αγωνία για πολέμους δεν θα είχαμε, η ειρήνη θα επικρατούσε. Καταλήψεις και καταστροφές δεν θα γίνονταν, για μια κατάληψη θα αγωνίζονταν τα νιάτα, για την κατάληψη της αρετής και της αγιότητας. Οικονομικό πρόβλημα δεν θα υπήρχε, η αγάπη και η αδελφοσύνη θα αποτελούσαν την εγγύηση για ισοδύναμη απόλαυση των υλικών αγαθών. Θα υπήρχε σεβασμός στο ανθρώπινο πρόσωπο, στο περιβάλλον, στην άλογη φύση.

=======================================================================================
« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 01, 1970, 02:00:00 πμ από Guest »

*

Αποσυνδεδεμένος silver-

  • ****
  • 61
  • +0/-0
    • Προφίλ
Re: Πνευματικό χαλάρωμα.
« Απάντηση #20 στις: Φεβρουάριος 25, 2009, 02:59:07 πμ »
=======================================================================================
  Η πίστη του λαού μας κατά την Μεγάλη Εβδομάδα

Φώτης Κόντογλου.


Εκείνοι οι απλοϊκοί άνθρωποι, εκείνα τα αγράμματα γεροντάκια και οι γριούλες, που την Σαρακοστή και την Μεγάλη Βδομάδα βρίσκονται όλη μέρα στην εκκλησία, ζήσανε από τα μικρά τους χρόνια εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου και καταλάβανε αυτό το χαροποιόν πένθος, που δεν το καταλάβανε, αλοίμονο, οι σπουδασμένοι μας, που θέλουνε να τους διδάξουνε, αντί να διδαχθούνε απ᾿ αυτούς. Τώρα τις μέρες της Σαρακοστής, της Μεγάλης Βδομάδας καὶ του Πάσχα πορεύονται μαζὶ με τον Χριστό, ακολουθάνε ολοένα από πίσω του, ἀληθινά, όχι φανταστικά, ακούγοντάς Τον να λέγη: «Ιδού αναβαίνομεν εις Ἱεροσόλυμα και παραδοθήσεται ο Ὑιός του ανθρώπου, καθώς γέγραπται περί αυτού». Μαζί του βρίσκονται στον Μυστικό Δείπνο και δακρύζουνε από τα λόγιά Του, μαζί Του πάνε στο πραιτώριο και στὸν Πιλάτο, μαζί Του ραπίζονται, μαζί Του μαστιγώνονται, μαζί Του εμπαίζονται, μαζί Του σταυρώνονται, μαζί Του θάβονται, μαζί Του ανασταίνονται. Τα μάτια τους γίνονται βρύσες και τρέχουνε, μα αυτά τα δάκρυα δὲν είναι δάκρυα της απελπισίας, αλλά της ελπίδας και της βεβαιότητας πως μ᾿ αυτά ποτίζεται το ολόδροσο κι αμάραντο δέντρο της αληθινής χαράς, της χαράς της Αναστάσεως. Αυτό γίνεται κάθε χρόνο. Ὤ! Πόσο αληθινή πίστι είναι η ορθόδοξη πίστι του λαού μας!

=======================================================================================
« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 01, 1970, 02:00:00 πμ από Guest »

*

Αποσυνδεδεμένος silver-

  • ****
  • 61
  • +0/-0
    • Προφίλ
Re: Πνευματικό χαλάρωμα.
« Απάντηση #21 στις: Φεβρουάριος 26, 2009, 04:40:14 πμ »
=======================================================================================

«Δεν είναι ωφέλιμο ή χριστιανικό   να χάνει κανείς  χρόνο σε συζητήσεις
που οδηγούν σε διαφωνίες και τσακωμούς. Αυτός ο οποίος είναι πραγματικός
νικητής σε ένα διάλογο φαίνεται στην αρχή ότι ηττάται αλλά στο τέλος
παραμένει ειρηνικός και με αγαπητική εσωτερική διάθεση προς αυτόν με τον οποίο διαφωνεί.»

Γέρων Νικόδημος (Μάντιτσα)


=======================================================================================
« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 01, 1970, 02:00:00 πμ από Guest »

*

Αποσυνδεδεμένος silver-

  • ****
  • 61
  • +0/-0
    • Προφίλ
Re: Πνευματικό χαλάρωμα.
« Απάντηση #22 στις: Φεβρουάριος 27, 2009, 02:40:47 πμ »
=======================================================================================
ΓΙΑΤΙ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΟΙ ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ.

 Ο Θεός επιτρέπει να μας έρχονται πειρασμοί ανάλογα με την αρρώστια των παθών και τη σήψη της αμαρτίας, που είναι μέσα μας, και μας ετοιμάζει το πικρόν φάρμακον των κριμάτων του, είτε δριμύτερον είτε ηπιώτερον.

Αν η ύλη της αμαρτίας μέσα μας αντιμετωπίζεται και θεραπεύεται εύκολα, αποτελείται δηλαδή από λογισμούς φιληδονίας και φιλοζωϊας, τότε το ποτήρι των πειρασμών, μας δίδεται ανακατεμένο με συμπάθεια από τον Γιατρό των ψυχών μας, γιατί σφάλλουμε σε ανθρώπινα νοήματα και επηρεαζόμαστε ακόμη από τα ανθρώπινα.

Εάν όμως η ύλη είναι δυσκολοθεράπευτη και έχει προχωρήσει σε βάθος και προκαλεί σήψη θανάσιμη, καθώς αποτελείται από λογισμούς αλαζονείας και άκρας υπερηφανείας, τότε το ποτήρι των πειρασμών, μας δίδεται χωρίς αραίωση, με ρυθμό δριμύτατον, ώστε μέσα στην φωτιά των αλλεπαλλήλων πειρασμών να λιώση και να υποχωρήση η νόσος με την ταπείνωση και έτσι να φύγη από τις ψυχές μας. Και αφού ξεπλύνουμε με δάκρυα τους αλμυρούς λογισμούς, να παρουσιασθούμε καθαροί μέσα στο φως της ταπεινώσεως στον Γιατρό των ψυχών μας». Μας καθαρίζουν πνευματικά οι πειρασμοί, γι’ αυτό ας μη παραπονιόμαστε για τα όποια λυπηρά μας βρίσκουν στη ζωή.

=======================================================================================
« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 01, 1970, 02:00:00 πμ από Guest »

*

Αποσυνδεδεμένος silver-

  • ****
  • 61
  • +0/-0
    • Προφίλ
Re: Πνευματικό χαλάρωμα.
« Απάντηση #23 στις: Φεβρουάριος 28, 2009, 01:40:01 πμ »
=======================================================================================
Πατημασιές

Μια νύκτα κάποιος άνθρωπος είδε ένα όνειρο. Ονειρεύτηκε πως περπατούσε στην ακρογιαλιά με Τον Θεό. Στον ουρανό άστραψαν σκηνές από τη ζωή του.

Σε κάθε σκηνή έβλεπε δύο ζευγάρια πατημασιές πάνω στην άμμο. Το ένα ανήκε σ΄ αυτόν και το άλλο στον Θεό. Όταν και η τελευταία σκηνή της ζωής του έλαμψε μπροστά του, κοίταξε πίσω στις πατημασιές στην άμμο.

Παρατήρησε πως πολλές φορές στο δρόμο της ζωής του, υπήρχε μόνο ένα ζευγάρι πατημασιές. Ακόμη πως αυτό συνέβαινε στις πιο δύσκολες και θλιμμένες του στιγμές.

Αυτό πραγματικά τον πείραξε και ρώτησε τον Θεό: Θεέ μου, όταν αποφάσισα να σε ακολουθήσω, είπες πως θα βαδίζουμε μαζί αυτόν τον δρόμο, αλλά παρατήρησα πως στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής μου, υπάρχει μόνο ένα ζευγάρι πατημασιές;

Δεν καταλαβαίνω!

Γιατί όταν σε χρειαζόμουν πολύ, εσύ με άφηνες;

Και ο Θεός απάντησε: «Πολυάκριβό μου παιδί, σε αγαπώ και δεν σε άφησα ποτέ! Στις στιγμές της δοκιμασίας και του πόνου, που βλέπεις ένα (μόνο) ζευγάρι πατημασιές, σε κρατούσα στην αγκαλιά μου».

=======================================================================================
« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 01, 1970, 02:00:00 πμ από Guest »

*

Αποσυνδεδεμένος silver-

  • ****
  • 61
  • +0/-0
    • Προφίλ
Re: Πνευματικό χαλάρωμα.
« Απάντηση #24 στις: Μάρτιος 01, 2009, 03:49:27 πμ »
=======================================================================================
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ο Χρυσόστομος

Δώστε, δώστε στους φτωχούς!


Ξέρω ότι πολλοί από τους συγκεντρωμένους πάλι θα μας κατηγορήσουν, όταν μιλούμε γι' αυτά, και θα πουν «Μή, σε παρακαλώ, μη γίνεσαι φορτικός και βαρετός στους ακροατές, άφησέ το στη συνείδηση του καθενός, άφησέ το στην κρίση των ακροατών, έτσι τώρα μας ντροπιάζεις, μας κάνεις να κοκκινίζουμε!...».

Αλλ' όχι! Αυτά τα λόγια δεν τα ανέχομαι! Γιατί ούτε ο Παύλος ντρεπόταν να ενοχλή συνέχεια για τέτοια πράγματα και να ζητά σαν ζητιάνος. Εάν έλεγα τούτο, δηλαδή δος μου, φέρε για το σπίτι μου, ίσως να 'ταν ντροπή. Αν και ούτε τότε θα 'ταν ντροπή. «Οι γαρ τω θυσιαστηρίω», λέγει, «προσεδρεύοντες, τω θυσιαστηρίω συμμερίζονται» (Α' Κορ. 9,13 ). Πλην όμως πιθανὸν να με κατηγορούσε κάποιος, ότι μιλώ για τον εαυτό μου, τώρα όμως παρακαλώ γι' αυτούς που στερούνται, μάλλον όχι γι' αυτούς που στερούνται, αλλά για σας που δίνετε, γι' αυτό και μιλώ χωρίς να ντρέπομαι.
Γιατί που είναι η ντροπή σαν πω, δώσε στον Κύριο που πεινά, ντύσε τον που γυρίζει γυμνός, φιλοξένησέ τον που είναι ξένος; Ο Δεσπότης σου δεν ντρέπεται μπροστά σ' όλη την οικουμένη να λέγη «επείνασα και ουκ εδώκατέ μοι φαγείν» (Ματθ. 25,42 ), ο ανενδεής, εκείνος που δεν έχει ανάγκη από τίποτε και εγώ θα ντραπώ και θα διστάσω; Σε παρακαλώ, μακριά τέτοια πράγματα! Του διαβόλου είναι αυτή η ντροπή!

Δεν θα ντραπώ, λοιπόν. Αντίθετα μάλιστα και με παρρησία θα πω, δώστε σ' όσους έχουν ανάγκη, και θα φωνάζω πιο δυνατά απ' αυτούς. Γιατί εάν κάποιος έχη στοιχεία και μπορή να μας κατηγορήση, ότι αυτά τα λέμε για να σας παρασύρουμε προς όφελός μας, και με το πρόσχημα των φτωχών κερδίζουμε εμείς, τότε πράγματι αυτά δεν είναι μονάχα άξια ντροπής, αλλά και μυρίων κεραυνών, και ούτε αξίζει να ζουν όσοι κάνουν παρόμοια.

Αλλά εάν, με τη χάρη του Θεού, καθόλου δεν σας ενοχλούμε για τον εαυτό μας και κηρύττουμε αδάπανο το ευαγγέλιο, χωρίς βέβαια να κοπιάζουμε όπως ο Παύλος, αρκούμενοι πάντως στα δικά μας, με όλο το θάρρος θα σας λέγω, δώστε στους φτωχούς, και δεν θα σταματήσω να το λέγω, και όταν δεν δίνετε θα σας είμαι σκληρός κατήγορος!
« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 01, 1970, 02:00:00 πμ από Guest »

*

Αποσυνδεδεμένος silver-

  • ****
  • 61
  • +0/-0
    • Προφίλ
Re: Πνευματικό χαλάρωμα.
« Απάντηση #25 στις: Μάρτιος 02, 2009, 03:25:40 πμ »
=======================================================================================


Απόψε η Εκκλησία μας, έψαλλε τον εσπερινό της συγγνώμης.
Σε αυτή την ευλογημένη και μοναδική στιγμή του εκκλησιαστικού έτους, υπάρχει και διατηρείται η αρχαία παράδοση του ασπασμού και του «ευλόγησον», δηλαδή του «συχώρεσέ με», μεταξύ όλων των μελών που συναποτελούσαν το σώμα της κατά τόπους ορθόδοξης κοινότητας.


Kαλή και Ευλογημένη Σαρακοστή!


=======================================================================================
« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 01, 1970, 02:00:00 πμ από Guest »

*

Αποσυνδεδεμένος silver-

  • ****
  • 61
  • +0/-0
    • Προφίλ
Re: Πνευματικό χαλάρωμα.
« Απάντηση #26 στις: Μάρτιος 03, 2009, 04:01:05 πμ »
=======================================================================================
Νίκος Φωκάς

Το Θαύμα


Μολονότι τόσο νεαρός ακόμα (μόλις εικοσιεννέα ετών) ο Βασίλης είχε αποκτήσει στην επαρχία μας, και πέρα ακόμη απ' αυτήν, σ' ολόκληρο μπορώ να πω το νομό, την φήμη αγίου· δεν ήταν μόνο η πραότητα του προσώπου του και των τρόπων του, η φιλανθρωπία του και η φροντίδα του για τους αναξιοπαθούντες και δυστυχισμένους της περιοχής, το μεγάλο ηθικό του ανάστημα και η φλογερή του πίστη, που γινόταν κήρυγμα βροντερό, κάθε Κυριακή, από τον άμβωνα του Προφήτη Ηλία· ήταν ακόμη και το απροσμέτρητο θεολογικό του βάθος, χάρις στο οποίο στήριζε την Εκκλησία, μέσα στους σύγχρονους κλύδωνες των υλιστικών και κοινωνικών παθών.

Το βράδι εκείνο η διένεξη αφορούσε τις Πράξεις των Αποστόλων. Ενωχλημένος κάπως, γιατί τον διέκοπτε από την ανάγνωση των αγαπημένων του αρεοπαγιτικών συγγραμάτων, που είχε μπροστά του, ο Βασίλης, στραμμένος κατά ενενήντα μοίρες στην καρέκλα, απαντούσε στην απορία της μ' ένα τόνο ελαφρά συγκρατημένο. Βέβαια, δεν ήταν εύκολο ν' αποκριθή0-και, χωρίς ίσως να το καταλαβαίνη, μνησικακούσε που του έθετε τέτοιες ερωτήσεις. Κατά βάθος: δεν της αναγνώριζε το δικαίωμα να διερωτάται -αυτή, μια κίτρινη, μια μογγόλα! (έστω και αν μεταμελήθηκε αμέσως γι' αυτούς τους νοερούς χαρακτηρισμούς) -για πράμματα που κανένας ποτέ ορθόδοξος, σαν αυτόν, δεν είχε σκεφθή, ούτε καν προσέξει.

-...Και όμως! συνέχιζε η Παρασκευούλα (χωρίς να υποπτεύεται καθόλου την αγανάκτησή του), είναι φανερή η ανακολουθία! ΄Οταν ο Λουκάς διηγήται το θαύμα μπροστά στη Δαμασκό, λέει ότι περιήστραψεν αυτόν φως ... και ήκουσε φωνήν λέγουσαν αυτόν..- και ότι οι ακόλουθοι του Παύλου εβραίοι άκουσαν την φωνή, μα δεν είδαν το φως...Παρακάτω όμως, όταν σε δυο περιπτώσεις διηγήται ο ίδιος ο Παύλος το επεισόδιο, στους ρωμαίους ανακριτές του, απροσδόκητα τα πράγματα αντιστρέφονται: οι συνοδοί του είδαν το φως, αλλά δεν άκουσαν τη φωνή!.. Δεν είναι παράξενο αυτό;.. Πώς να μην απορής;..

Ο Βασίλης ήταν τώρα αληθινά δυσαρεστημένος. Κάνοντας μία προσπάθεια να φανή ψύχραιμος, την κοίταξε επίμονα -διασχίζοντας με το βλέμμα το δωμάτιο- και παρατήρησε αυστηρά: -Έχω ακούσει πως εσείς της κιτρίνης φυλής έχετε τον ίδιο πρακτικό και ωφελιμιστικό νου που έχουν και οι Διαμαρτυρόμενοι... Το παραδέχεται και ο Μάο... Όλος σας ο πολιτισμός είναι πρακτικός... Δεν πλησιάζονται όμως αυτά τα προβλήματα ορθολογιστικά... Η όραση και η ακοή για τον ορθόδοξο έχουν την ίδια σημασία· είναι αισθήσεις σωματικές. Αυτό που θέλουν να πουν οι Πράξεις, είναι ότι οι ακόλουθοι του Παύλου αντελήφθησαν το θαύμα ατελώς, αμυδρά.. - έτσι θα εκφραζόταν ένας σημερινός συγγραφέας, πιο επακριβώς· μα για τον Λουκά δεν έχει σημασία η τέτοιου είδους ακριβολογία...

Μολονότι η εξήγηση δεν ικανοποίησε εντελώς την Παρασκευούλα, δεν μπόρεσε ωστόσο να μη θαυμάση την θεολογική ευστροφία του μνηστήρα της.

Δεν είπε τίποτα - κι έδειξε πως θέλει να συνεχίση την ανάγνωση.

Με τη σειρά του ο Βασίλης γύρισε στα αρεοπαγιτικά συγγράμματα.

Η συζήτηση αυτή είχε ήδη διαρκέσει πολύ, παρά τη συνήθεια της Παρασκευούλας να ακούη αλλά να μη μιλάη...- και πολύ περισσότερο: να μην αντιμιλάη. Τι ήξερε αυτή από τέτοια!

Η κατήχησή της είχε αρχίσει πριν από δύο χρόνια. Πέρυσι, τέτοια εποχή, χειμώνα, είχε απαρνηθή το ουρανικόφωνο μογγολικό της όνομα, για να πάρη, πριν ακόμα βαπτιστή, το όνομα της αγίας αθλοφόρου Παρασκευής, της οποίας ο μαρτυρικός θάνατος είχε προξενήσει στην κοπέλλα συνταρακτική εντύπωση. Με μεγάλο κόπο μάλιστα, και ύστερα από επίμονη προτροπή του Βασίλη, είχε αποστηθίσει και το τροπάριο της αγίας τη αθλοφόρω οι πιστοί τον υμνητήριον Παρασκευής δεύτε συμφώνως αναμέλψωμεν ειδάλλως τα Ελληνικά της ήταν ακόμη στοιχειώδη, και η συνεννόηση με τον μνηστήρα της γινόταν στη Γαλλική, πράγμα που δημιουργούσε πρόσθετες προστριβές με τα μελλοντικά πεθερικά της.

Οι άνθρωποι χρειάστηκαν, αρχικά, μήνες για να συνέλθουν από τον αιφνιδιασμό, όταν ο Βασίλης, επιστρέφοντας ύστερα από πέντε χρόνια μεταπτυχιακών σπουδών στο Παρίσι, τους παρουσίασε την μελλοντική τους νύφη. «Αλλ' αν το χρώμα του προσώπου της και η λοξότητα των ματιών της» -οσοδήποτε ωραίων και μελαγχολικών- συλλογίζονταν οι δύστυχοι γονείς «δεν υπάρχη πιθανότητα να αλλάξουν ποτέ, τίποτα το ανέκκλητο στο να έχη γεννηθή κανένας κινεζόφωνος. Και, ευτυχώς, τα Ελληνικά είναι κι αυτά μια γλώσσα που μαθαίνεται, όπως οποιαδήποτε άλλη.» Αγανακτούσαν, λοιπόν, που ύστερα από δύο χρόνια διαμονής στην Ελλάδα, η απευθείας συννενόηση με τη νύφη τους ήταν ακόμη υποτυπώδης.

Το Γλωσσικό ώξυνε όλες τις άλλες αντιθέσεις -και πολύ συχνά σε βαθμό επικίνδυνο...

-Ώρα να πηγαίνης, Παρασκευή.., είπε ύστερα από λίγο ο Βασίλης, στρέφοντας και πάλι κατά ενενήντα μοίρες την καρέκλα του... Όπου νάναι θα φάμε...

Η Παρασκευούλα δεν έτρωγε ποτέ με την οικογένεια· κι αυτό, για να ανακουφίζεται κάπως η ένταση ανάμεσα στα δύο μέρη και να αποφεύγεται η ανωμαλία από την παρουσία μιας μογγόλας σ' ένα ελληνικό πατριαρχικό τραπέζι... Εξυπακούεται, λοιπόν, πως οι μνηστευμένοι δεν ζούσαν κάτω από την ίδια στέγη... Πώς ήταν άλλωστε δυνατό να ανεχθή τέτοιο πράγμα αυτός πρώτος ο Βασίλης, εμποτισμένος καθώς ήταν από τη συντηρητική ελληνοχριστιανική ανατροφή του σπιτιού του, και προωρισμένος για την ιεροσύνη; Πώς ήταν δυνατόν αυτός, ένας βαθύτατα χριστιανός, και πιστός τηρητής των παραδόσεών μας, να περιπέση σε τέτοια αμαρτία, ώστε να συζή με τη μέλλουσα σύζυγό του, και μάλιστα στο σπίτι των γονέων του; Υπήρχε ακόμη ηθική στον αχρείο αυτό κόσμο!..

Έτσι ερχόμενος από το Παρίσι με τη μνηστή του, που αυτός μόνο γνωρίζει πώς έσωσε από το βόρβορο της σύγχρονης αυτής Βαβυλώνας, την εγκατέστησε στο σπίτι μιας χήρας νοικοκυράς ευλαβικής χριστιανής, σε μικρή σχετικά απόσταση από το δικό τους.

Παρ' όλες τις πρόσκαιρες αντιξοότητες που παρουσίαζε η ζωή για την Παρασκευούλα, η κοπέλλα όχι μόνο δεν φαινόταν πικραμένη, αλλά ούτε καν έμοιαζε να τις αισθάνεται. Ήταν τέτοια η λατρεία της για το Βασίλη, τέτοια η ευγνωμοσύνη της, τέτοιος ο θαυμασμός της για την ασκητικότητά του, για την αυστηρότητα της ζωής του, την τέλεια περιφρόνησή του προς τα υλικά αγαθά, την καθαρότητα της πίστης του και. τέλος, την βαθύτατη θεολογική του κατάρτιση! Η πίστη του της άνοιγε κόσμους. Η ύπαρξή του, και μόνο, ήταν, μετά το Χριστό, η μεγαλύτερη γι' αυτήν προστασία επι γης· τον ευχαριστούσε ταπεινά, που υπήρχε! Τι σημασία είχαν όλα τ' άλλα;..

Σηκώθηκε,.. τον πλησίασε,.. τον ασπάστηκε ελαφρά στον κρόταφο, άνοιξε την πόρτα και βγήκε στο σκοτεινό διάδρομο, που ωδηγούσε στην εξώπορτα...

΄Εξω ήταν Γενάρης... Γενάρης και χιονόνερο και πικρότατος άνεμος βορεινός...

Βάδισε, μέ σταθερό το πόδι, πάνω στη γλιστερή άσφαλτο, και προχώρησε απτόητη στο σκοτάδι...

Ο δρόμος της περνούσε από την εκκλησία του Προφήτη Ηλία -σε απόσταση δέκα λεπτών από το σπίτι του Βασίλη.

Το καντίλι του ιερού έκαιγε πάνω στη νύχτα σα φάρος σε αχανές τρικυμισμένο πέλαγος...

Η πόρτα του ναού δεν έκλεινε ποτέ... Μα τη νύχτα αυτή, για λόγους που μόνο η ίδια γνώριζε, η Παρασκευή προτίμησε να σταθή εκεί μπροστά στο καντήλι που έκαιγε, πίσω από την κόχη του ιερού -παρ' όλο το φοβερά διαπεραστικό κρύο του χειμώνα...

Στάθηκε μαζεμμένη για κάμποση ώρα -ίσως τρία τέταρτα, ίσως περισσότερο- με το χιονόνερο να της αυλακώνη αλύπητα το πρόσωπο και να διαπερνάη χωρίς δυσκολία τα ρούχα της, φτάνοντας ως τη σάρκα, για να την παιδέψη...

«...Δεν είναι μόνο η ολιγοπιστία της, φυσική επί τέλους, και δικαιολογημένη, αν σκεφθής πόσο πρόσφατα άρχισε να κατηχήται...», αναλογιζόταν ο Βασίλης, όταν έμεινε μόνος, «που της δημιουργεί τέτοιες απορίες· παρά και που δεν είναι ελληνίδα... Αυτό το διαβρωτικό πνεύμα της περιέργειας δεν είναι νεοελληνικό· κατάγεται από τη Σχολαστική φιλοσοφία της Δύσης· ποτέ δεν το είχαμε εμείς οι Ορθόδοξοι. Πού ακούστηκε να ζητάμε «αποδείξεις» για την ύπαρξη του θεού ή να αμφισβητούμε τα κείμενα!.. Πού τα κόλλησε όλ' αυτά;.. Στη Γαλλία;..Ή τάφερε μέσα της, σα μικρόβιο, από την Κίνα;..» «Από την Κίνα... Αλήθεια για φαντάσου νά είσαι κινέζος!..» συνέχισε, κάπως ασύνδετα, τις σκέψεις του. Μια φορά της είχε πη: «- Εγώ , όταν ανοίγω τά χέρια μου, θαρρώ πως μπορώ ν' αγκαλιάσω ολόκληρη την Ελλάδα! Πώς μπορείς να πης το ίδιο για την Κίνα;..» Του είχε κάνει εντύπωση, παρ' όλ' αυτά, η απάντησή της: «-Δεν έχω καμμιά ανάγκη ν' αγκαλιάσω την Κίνα. Μου φτάνει που με περιέχει...»

Ύστερα ο νους του, από αλλοίωση σε αλλοίωση, μεταφέρθηκε στα παιδικά του χρόνια:... Θυμόταν, αμυδρά, τον πατέρα του με δίκοχο. Τον ίδιο τον εαυτό του, παιδάκι ακόμα, να τραβάη νοερά, μαζί με ολόκληρο το έθνος, για τα σύνορα... Η έλξη των συνόρων ήταν τόσο μεγάλη, που ακόμα και μαθητές του Δημοτικού, σαν αυτόν, μόλις συγκρατιόνταν στα μετόπισθεν και δέχονταν να περιοριστούν σε βοηθητικά έργα.

Θυμόταν κάποια απόβραδα του χειμώνα, όπως τώρα, που μέσα στο τελευταίο φως της μέρας άρχιζαν ξαφνικά, η μια μετά την άλλη, να σημαίνουν οι καμπάνες των εκκλησιών για να φέρουν την είδηση κάποιας νίκης!.. Πρώτη, θάλεγες, πανηγύριζε η Εκκλησία.. -σαν, κατά κάποιο τρόπο, οι νίκες να ήταν πρώτα θρησκευτικές και ύστερα εθνικές, ή σαν το εθνικό αίσθημα να εύρισκε και πάλι την ολοκλήρωσή του και τη δικαίωσή του μέσα στην προγονική πίστη που μας ερχόταν από το Εικοσιένα και το Βυζάντιο... Κι αλήθεια! Οι νίκες του στρατού μας μύριζαν θάλεγε κανένας, θυμίαμα, όπως συμβαίνει στα θαύματα -αφού θαύματα ήταν κι αυτές: πήγαιναν ενάντια στη λογική, και πήγαζαν από πίστη!..

Η φωνή της μητέρας του, που τον καλούσε για δείπνο, έβαλε τέρμα στην ονειροπόληση, με τό γλυκότερο δυνατό τρόπο.

Ο Βασίλης σηκώθηκε, υπάκουα σχεδόν, και κατευθύνθηκε προς την έξοδο του γραφείου του...



***

Τρεις μέρες μετά τη βραδιά της θεολογικής συζήτησης πάνω στις Πράξεις των Αποστόλων, η Παρασκευή μεταφέρθηκε, επειγόντως, στο νοσοκομείο, με πνευμονία... Πέθανε σε δύο εβδομάδες. Δεν είχε προφτάσει να βαφτιστή! Κι όσο για το γάμο της, είχε προγραμματισθή να γίνη ύστερα από τέσσερις μήνες...

Η Παρασκευή πέθανε αβάφτιστη και παρθένα.

Ο Βασίλης συνεννοήθηκε με μια συγγένισσά του, στην Πάτρα, να ταφή σ' ένα παλιό κτήμα, άλλοτε αμπέλι, που της ανήκε· χωρίς βέβαια την παρουσία και συμπαράσταση της Εκκλησίας, εφ' όσον δεν επιτρέπουν οι κανόνες εκκλησιαστική ταφή αλλοθρήσκων...

Από τότε πέρασαν χρόνια... Ο Βασίλης παντρεύτηκε την κόρη ενός οικογενειακού φίλου, δημοδιδασκάλου, και μετά χειροτονήθηκε διάκονος, κι αργότερα ιερεύς... Μολονότι το πρόσωπό του είχε χάσει πια την νεανική έξαψη της πίστης, και την έκφραση της «αποφασιστικότητας» και του «προορισμού», εξακολουθούσε πάντοτε να θεωρήται άγιος από το πλήθος -και ίσως με μεγαλύτερη επίταση από ποτέ: ακόμα περισσότερος λαός έτρεχε, κάθε Κυριακή, απ' όλο το νομό, στην εκκλησία του Προφήτη Ηλία, για να ακούση τα πράγματι εμπνευσμένα κηρύγματά του. Η εκλογή του στην έδρα της Δογματικής, στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, ήταν μόνο ζήτημα λίγου χρόνου. Και τα συγγράματά του είχαν αρχίσει να έχουν πανελλήνια απήχηση... Ένα από τα κυριώτερα θέματα της διδασκαλίας του ήταν η παρακμή της Ορθοδοξίας και η αντίστοιχη πνευματική πτώχευση ολόκληρης της ανθρωπότητας· πτώχευση που τη συνδύαζε με την καταστροφή του «φυσικού περιβάλλοντος» και τη ρύπανση της γης. Καταδίκαζε, ακόμα, τον «αφελληνισμό» του Τόπου και τη διαβρωτική επίδραση που ασκούσε η δυτική νοοτροπία μες απ' τον τουρισμό, στα θρησκευτικά και κοινωνικά μας ήθη.

Σαν επικύρωση της ορθότητας των καταγγελιών του ήρθε μια μέρα η είδηση από τη συγγένισσα στην Πάτρα, πως της είχαν ζητήσει το κτηματάκι για την ανέγερση πολυκατοικίας, και τι να κάνη; φτωχή γυναίκα ήταν κι αυτή, απροστάτευτη και βασανισμένη: το είχε υποσχεθή.

Ανάγκη, λοιπόν, να εκταφούν τα οστά της Παρασκευής.

Ο Βασίλης καταταράχθηκε, συγκινήθηκε -μα συνειδητοποίησε πως δεν είχε εκλογή...

Ειδοποίησε πως θα έρθη να παραλάβη τα λείψανα.

Έτσι, ένα πρωί, αυτός, η πρεσβυτέρα του, κι ο μικρός τους γιος, μόλις τεσσάρων ετών, πήραν το τραίνο για την Πάτρα, όπου τους υποδέχθηκε η συγγένισσα, μαζί με τα δυο ενήλικα παληκάρια της - που θ' ανελάμβαναν και το έργο της εκσκαφής.

Το κτηματάκι όπου βρισκόταν ενταφιασμένη η Παρασκευή ήταν έξω από την πόλη, σε απόσταση δέκα λεπτών με το αυτοκίνητο.

Η συνοδία έφτασε κατά τις οκτώ το πρωί, λίγο μετά την ανατολή ενός παγερού ήλιου -που γρήγορα κάλυψαν τα σύννεφα...

Έκαναν κύκλο γύρω από τον τάφο. Η παρουσία του ιερέα εκεί ήταν μόνο συμπτωματική, και χωρίς κανένα θρησκευτικό νόημα...

Επιδόθηκαν χωρίς χρονοτριβή στο έργο... Και τότε, με τους πρώτους ήχους της σκαπάνης, ένα λεπτό ανοιξιάτικο άρωμα, σαν από βασιλικό, μόσχο και ρόδο συνάμα, ανέβηκε από το χώμα, μέσα στην καρδιά του χειμώνα, στις αισθήσεις των παρισταμένων: του Βασίλη, της πρεσβυτέρας, του μικρού τους γιου, της συγγένισσας και των δύο ενηλίκων παιδιών της.

Τα κόκκαλα της Παρασκευής είχαν ευωδιάσει.

=======================================================================================
« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 01, 1970, 02:00:00 πμ από Guest »

*

Αποσυνδεδεμένος silver-

  • ****
  • 61
  • +0/-0
    • Προφίλ
Re: Πνευματικό χαλάρωμα.
« Απάντηση #27 στις: Μάρτιος 04, 2009, 06:31:38 πμ »
=======================================================================================
Από τα γραπτά του Στρατηγού Μακρυγιάννη :

«Κι όσα σημειώνω τα σημειώνω γιατί δεν υποφέρνω να βλέπω το άδικο να πνίγει το δίκιο. Για κείνο έμαθα γράμματα στα γεράματα και κάνω αυτό το γράψιμο το απελέκητο, ότι δεν είχα τον τρόπον όντας παιδί να σπουδάξω: ήμουν φτωχός κι έκανα τον υπηρέτη και τιμάρευα άλογα, κι άλλες πλήθος δουλειές έκανα, να βγάλω το πατρικό μου χρέος που μας χρέωσαν oι χαραμήδες, και να ζήσω κι εγώ σε τούτη την κοινωνία, όσο έχω τ’αμανέτι του Θεού στο σώμα μου. Κι αφού ο Θεός θέλησε να κάμει νεκρανάσταση στην Πατρίδα μου, να τη λευτερώσει από την τυραγνία των Τούρκων, αξίωσε κι εμένα να δουλέψω κατά δύναμη, λιγότερον από τον χερότερο πατριώτη μου Έλληνα. Γράφουν σοφοί άντρες πολλοί, γράφουν τυπογράφοι ντόπιοι, και ξένοι διαβασμένοι για την Ελλάδα. Ένα πράμα μόνο με παρακίνησε κι εμένα να γράψω: ότι τούτη την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι αμαθείς, και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί, και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι. Όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσομεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί να τη φυλάμε κι όλοι μαζί, και να μη λέγει ούτε ο δυνατός «εγώ», ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς «εγώ»; όταν αγωνιστεί μόνος του και φκιάσει ή χαλάσει, να λέγει «εγώ»· όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λένε «εμείς». Είμαστε στο «εμείς» κι όχι στο «εγώ». Και στο εξής να μάθομε γνώση, αν θέλομε να φκιάσομε χωριό να ζήσομε όλοι μαζί. Έγραψα γυμνή την αλήθεια, να ιδούνε όλοι οι Έλληνες ν’ αγωνίζονται για την πατρίδα τους, για τη θρησκεία τους· να ιδούνε και τα παιδιά μου και να λένε: «Έχομε αγώνες πατρικούς, έχομε θυσίες -αν είναι αγώνες και θυσίες. Και να μπαίνουν σε φιλοτιμία και να εργάζονται στο καλό της πατρίδας τους, της θρησκείας τους και της κοινωνίας- ότι θα είναι καλά δικά τους. Όχι όμως να φαντάζονται για τα κατορθώματα τα πατρικά, όχι να πορνεύουν την αρετή και να καταπατούν το νόμο, και να 'χονν την επιρροή για ικανότη» (Β' 463).

=======================================================================================
« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 01, 1970, 02:00:00 πμ από Guest »

*

Αποσυνδεδεμένος silver-

  • ****
  • 61
  • +0/-0
    • Προφίλ
Re: Πνευματικό χαλάρωμα.
« Απάντηση #28 στις: Μάρτιος 05, 2009, 05:47:20 πμ »
=======================================================================================

«Απ’τα κόκαλα βγαλμένη» τραγουδούσε ο Σολωμός. Η ιδέα του ήταν αληθινή. Η ελληνική επανάσταση ήταν βγαλμένη από το μεδούλι των κοκάλων των ζωντανών Ελλήνων. Και γι’αυτό πέτυχε, και γι’αυτό δε σταμάτησε και πραγματοποιείται σ’ όλο τι ΙΘ' αιώνα, και γι’αυτό δεν τέλειωσε ακόμη η πραγματοποίησή της. Ο σημερινός πόλεμος της πατρίδας μας -δεν είναι υπερβολή να το πούμε- είναι μια συνέχεια της επανάστασης του '21. Γιατί δεν πρέπει να το ξεχνούμε: κάθε φορά που η φυλή μας γυρίζει προς το λαό, ζητά να φωτιστεί από το λαό, αναμορφώνεται από το λαό, συνεχίζει την παράδοση που μπήκε θριαμβευτικά στη συνείδηση του έθνους με την ελληνική επανάσταση. Ο αγώνας εκείνος ήταν ένα κοινωνικό, πολεμικό και πολιτικό γεγονός. Ήταν συνάμα και ένα πνευματικό γεγονός. Από την τελευταία τούτη άποψη, την πιο αγνοημένη, είναι σημαντικό να έχουμε τεκμήρια σαν αυτά που μας άφησε ο Μακρυγιάννης. Τα ιστορικά γεγονότα δε σταματούν στα χρονολογικά ορόσημα που βλέπουμε στις φυλλάδες της ιστορίας.

Γιώργος Σεφέρης

Ένας Έλληνας - ο Μακρυγιάννης

Πηγή: Γιώργου Σεφέρη, «Δοκιμές», εκδ. Ίκαρος, Αθήναι 1981.
=======================================================================================
« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 01, 1970, 02:00:00 πμ από Guest »

*

Αποσυνδεδεμένος silver-

  • ****
  • 61
  • +0/-0
    • Προφίλ
Re: Πνευματικό χαλάρωμα.
« Απάντηση #29 στις: Μάρτιος 06, 2009, 05:31:33 πμ »
=======================================================================================
8)   Eπιστολή

Μη ξεχνάς, παιδί μου, τον σκοπόν σου. Κοίταξε εις τον ουρανόν τα κάλλη που μας περιμένουν, τι είναι τα παρόντα; Ουχί τέφρα και σκόνη και όνειρον; Ουχί ορώμεν τα πάντα υποκείμενα εις την φθοράν; Ενώ τα άνω αιώνια, του Θεού η βασιλεία είναι ατελεύτητος και μακάριος όστις κατασκηνώση εν αυτή, διότι θα βλέπη την δόξαν του θείου προσώπου! Παιδί μου να μη ξεχνάς ότι είμεθα προσωρινοί εις αυτόν τον κόσμον και ότι η ζωή μας κρέμεται εις μίαν κλωστήν και ότι όλα τα καλά του κόσμου είναι μάταια. Όταν λοιπόν έχωμεν αυτήν την γνώσιν της αληθείας, φυσικά θα στρέφωμεν συνεχώς κάθε στιγμήν τα μάτια της ψυχής μας προς την αιώνιον ζωήν, προς την άνω Ιερουσαλήμ, εκεί όπου οι χοροί των αγγέλων ψάλλουν τα απερινόητα εις γλυκύτητα και σοφίαν άσματα του Θεού. Ω, παιδιά μου, πόσην δόξαν θα έχουν αι ψυχαί σας, όταν μετά θάνατον θα ανέλθουν εις τους ουρανούς και θα συναριθμηθούν με τους αγγέλους του Ουρανού!
=======================================================================================
« Τελευταία τροποποίηση: Ιανουάριος 01, 1970, 02:00:00 πμ από Guest »